Αδελφοί μου, η ιστορία του Ελληνισμού είναι γεμάτη στιγμές δόξας, δημιουργίας και πνευματικής ακτινοβολίας. Είναι όμως γεμάτη και από μια άλλη πραγματικότητα, λιγότερο ευχάριστη, η οποία επανεμφανίζεται σαν σκιά μέσα στους αιώνες. Τη διχόνοια. Τη διάσπαση των δυνάμεων. Την αδυναμία να διακρίνουμε ότι ο πραγματικός αντίπαλος βρίσκεται έξω από τα τείχη, ενώ εμείς αναλωνόμαστε σε συγκρούσεις μέσα σε αυτά.
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης αποτελεί ίσως το πιο δραματικό παράδειγμα. Ενωτικοί και ανθενωτικοί, πολιτικοί και εκκλησιαστικοί παράγοντες, άρχοντες και λαός, βρέθηκαν εγκλωβισμένοι σε μια διαμάχη που ξεπέρασε τα όρια του γόνιμου προβληματισμού και μετατράπηκε σε αμοιβαία καχυποψία. Όταν ο κίνδυνος βρισκόταν ήδη μπροστά στις πύλες της Πόλης, πολλοί συνέχιζαν να πολεμούν ο ένας τον άλλον με λόγια, κατηγορίες και πάθη.
Δεν ήταν η διαφορετική άποψη που οδήγησε στην τραγωδία. Η διαφορετική άποψη είναι στοιχείο κάθε ζωντανού οργανισμού. Εκείνο που αποδείχθηκε καταστροφικό ήταν η απώλεια του κοινού σκοπού.
Αναρωτιέμαι πολλές φορές αν αυτή η ιστορική εμπειρία αφορά μόνο το παρελθόν ή αν εξακολουθεί να μας συνοδεύει και σήμερα.
Ο τεκτονισμός μάς διδάσκει την αρμονική σύνθεση των διαφορετικών λίθων. Κανένας λίθος δεν είναι όμοιος με τον άλλον. Η αξία του Ναού προκύπτει ακριβώς από τη συνεργασία των διαφορετικών μορφών, οι οποίες εντάσσονται σε ένα κοινό σχέδιο. Όταν όμως ο κάθε λίθος επιδιώξει να επιβληθεί στους υπόλοιπους, τότε το οικοδόμημα παύει να υψώνεται και αρχίζει να ρηγματώνεται.
Συχνά μιλούμε για την πρόοδο του Τάγματος, για την πορεία του έργου μας και για την ευθύνη που έχουμε απέναντι στους νεότερους αδελφούς και στις επόμενες γενιές. Η πραγματικότητα όμως θέτει ένα απλό ερώτημα:
Πόση από την ενέργειά μας αφιερώνεται στην οικοδόμηση και πόση καταναλώνεται στις προσωπικές αντιπαραθέσεις, στις μικρές φιλοδοξίες, στις παρεξηγήσεις και στις συγκρούσεις;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στα λόγια. Βρίσκεται στην ειλικρινή αυτοκριτική του καθενός μας.
Φανταστείτε τον τεκτονισμό σαν μια μικρή βάρκα μέσα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα κύματα είναι ισχυρά. Οι άνεμοι αντίθετοι. Ο προορισμός μας είναι μια στεριά γαλήνης, γνώσης και καταλλαγής. Μια στεριά όπου ο άνθρωπος γίνεται καλύτερος και η κοινωνία φωτίζεται από το παράδειγμά του.
Για να φτάσει όμως η βάρκα στον προορισμό της, χρειάζεται όλοι οι κωπηλάτες να τραβούν τα κουπιά προς την ίδια κατεύθυνση, με κοινό ρυθμό και κοινή βούληση.
Κι όμως, πολλές φορές μοιάζουμε να έχουμε ξεχάσει τον σκοπό του ταξιδιού.
Αντί να κρατούμε τα κουπιά για να προχωρήσουμε τη βάρκα προς τη στεριά, τα σηκώνουμε ο ένας εναντίον του άλλου. Αντί να δίνουμε δύναμη στην κοινή πορεία, καταναλώνουμε τη δύναμή μας σε εσωτερικές συγκρούσεις. Αντί να πολεμούμε τα κύματα, πολεμούμε τους συνταξιδιώτες μας.
Και τότε συμβαίνει το παράδοξο.
Η βάρκα παραμένει ακίνητη.
Η στεριά απομακρύνεται.
Η θάλασσα αγριεύει.
Και οι κωπηλάτες απορούν γιατί δεν προχωρούν.
Ίσως λοιπόν το μεγάλο δίδαγμα της Άλωσης, αλλά και πολλών άλλων στιγμών της ιστορίας μας, να είναι ότι οι μεγάλες καταστροφές σπάνια αρχίζουν από την έλλειψη δυνάμεων. Συχνότερα αρχίζουν από την αδυναμία συντονισμού των δυνάμεων που ήδη υπάρχουν.
Και ίσως το μεγάλο τεκτονικό καθήκον της εποχής μας να μην είναι να βρούμε ισχυρότερα κουπιά, ούτε μεγαλύτερη βάρκα.
Ίσως αρκεί να θυμηθούμε γιατί μπήκαμε όλοι στο ίδιο σκάφος. Να ξαναβρούμε τον κοινό ρυθμό. Να στρέψουμε τα κουπιά προς τη θάλασσα και όχι προς τους αδελφούς μας.
Διότι όταν οι κωπηλάτες ενωθούν, ακόμη και η πιο μικρή βάρκα μπορεί να φτάσει στη στεριά.
Όταν όμως οι κωπηλάτες γίνουν αντίπαλοι, ακόμη και το ισχυρότερο σκάφος είναι καταδικασμένο να παραμένει χαμένο μέσα στην τρικυμία.
μτ3ΑΑ
ΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου